Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Μαύρη πέτρα έριξες;


Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα και δεν είχα είδηση από τη Σόνια.
Έτσι αναγκάστηκα να της στείλω ένα μήνυμα:

-          Μαύρη πέτρα έριξες; «Καλημέρα», «καληνύχτα»... Είναι τόσο ενοχλητική η [διαδικτυακή] συνάφεια [και μ' εμένα]; Δεν χρειάζεται ν' απαντήσεις. Είχα «πλάσει» μια διαφορετική Σόνια. Τέλος πάντων κι εγώ νευριάζω όταν μου ζητούν «εξηγήσεις»! Εγώ όμως δεν ζητώ εξηγήσεις. Απλώς εκφράζω μια απορία μου.. Άλλωστε σ' έχω ταυτίσει με την Άνοιξη!

Η απάντηση ήρθε πολύ σύντομα, αλλά μένω με την ίδια γεύση

-          Αγαπημένε μου Πορφύρη, νιώθω εξαντλημένη.

Μονάχα πέντε λέξεις!
Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ ανησυχώ ή αν πρέπει να την αφήσω μονάχη για να ξεπεράσει.
Όποια προσπάθεια κι αν κάνω θα είναι μάταιη και ατελέσφορη διότι η Σόνια είμαι βέβαιος ότι δεν είναι από τους ανθρώπους που… δεν ξέρουν τι θέλουν!
Ωστόσο, τούτη την περίοδο φαίνεται πιο στριμωγμένη από κάθε άλλη φορά…
Μοιραία ανατρέχω στην ηρωίδα του François Mauriac, την Thérèse Desqueyroux[1], η οποία φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με τις αγωνίες της Μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ και ούτε φαίνεται να διαπνέεται από ματαιότητες και φαντασιοπληξίες.
Η οικογενειακή κατάσταση που έχει καθηλώσει την Σόνια και την καίει ολημερίς, και οι φιλίες που την οδήγησαν σε αδιέξοδες συναισθηματικές στιγμές, την δείχνουν σαν μια πυρπολημένη ύπαρξη που κουβαλάει μέσα της μια πληγή αθεράπευτη.
Γράφοντάς μου ότι νιώθει «εξαντλημένη», ακόμα προσπαθώ να καταλάβω αν αυτό είναι ένα σήμα κινδύνου ή η αγωνία να ισορροπήσει τη ζωή της που φεύγει έτσι με τα χέρια αδειανά, σηκωμένα κατά τον ουρανό, σαν κλαδιά ξερά.
Οι τελευταίες μέρες ήσαν κατάφορτες με την απουσία της. 
Η επικοινωνία μας είχε κοπεί λες και κάποιος μπήκε στη μέση κι έκοψε το νήμα που μας συνέδεε. 
Είναι αλήθεια ότι πάντοτε η συνομιλία μας όταν επρόκειτο ν' αγγίξει το κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης μας, έπεφτε μια μπάρα και μετά σιωπή!
Είχα συνεχείς απορίες αν μπορεί μια σχέση να βασιστεί στη βάση συνεχών ερωτημάτων και αποριών...
Η Σόνια με κοίταζε σιωπηλή και μόνο τα μάτια της ένιωθα ότι μπορούσαν να με κρατήσουν κοντά της, όπως επίσης και το γέλιο της που ήταν πηγαίο, σαν το γάργαρο νερό.
Ήθελα να ζω στον κόσμο της, να νιώσω ότι είμαι ένα από τα ζωτικά της στοιχεία, ότι είμαι μια συντεταγμένη του δικού της πλανήτη.
Κι όμως, πολλές φορές την έβλεπα πάνω στη ράχη του αλόγου της να καλπάζει, λες και την βίτσιζε το μαστίγιο του χρόνου.
Αυτή έμπαινε με χάρη στο ρυθμό κυνηγητού φυγής, αδιαφορώντας για όλους - και για μένα.
Μόνο όταν γύριζε πίσω το κεφάλι για να δει, σήκωνε το χέρι σαν σε χαιρετισμό και συνέχιζε να καλπάζει, έχοντας πάντα κατά νου ότι θέλει να υπερβεί το εφήμερο και άρα μακριά από μας και την πεζή μας καθημερινότητα.
Τώρα που κάθομαι στο γραφείο, νιώθω μιαν απέραντη επιθυμία να την αγγίξω και να την κρατήσω στην αγκαλιά μου, για να την αναγκάσω να μου μιλήσει και να μου πει όσα επιμελώς κρύβει μέσα της.
Μην βάλετε στο μυαλό σας ότι θα πω για έρωτες και τέτοια. Όχι! Δεν ξέρω καλά-καλά αν είμαι ερωτευμένος μαζί της. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι εκείνο που με σέρνει κοντά της και στο μυαλό μου μονάχα οι δικές της εικόνες κυκλοφορούν, με το χαρούμενο και γελαστό πρόσωπο.
Σε άλλες εποχές θα μπορούσα να κάνω μιαν ερωτική εξομολόγηση στα γρήγορα και οποιαδήποτε στιγμή της μέρας. Είναι άλλωστε το πιο εύκολο, αφού ένα λεξικό είναι καρφωμένο στο κεφάλι μου και οι λέξεις διαδέχονται η μια την άλλη με ταχύτητα.
Αξίζει όμως να κάνω κάτι τέτοιο; Εννοώ, εάν είναι αρκετό αυτό για να με πλησιάσει περισσότερο η Σόνια και να πάψει να είναι απόμακρη! Δεν με απασχόλησε στην πραγματικότητα η αντίδρασή της. Από την ημέρα που γνωριστήκαμε είχα έναν ανυπόκριτο θαυμασμό για την ομορφιά της. Θέλω να πω για την ομορφιά που θαυμάζω εγώ!
Με ρώτησε μια μέρα: "Μα γιατί με θαυμάζεις;" αλλά εγώ δεν της απάντησα. Τι ν' απαντήσω; Μήπως κι εγώ ξέρω για ποιο λόγο;
Ωστόσο, η ιστορία μας άρχισε από την ημέρα που είδα εκείνη τη φωτογραφία της, που μ' έχει τρελάνει. Όσες φορές και να την δω εκείνη τη φωτογραφία, τρελαίνομαι. Νιώθω μιαν απέραντη αγάπη για τη ζωή, για τον ήλιο, τη φύση, τους ανθρώπους! Όλο το παρουσιαστικό της, η κίνησή της, τα χέρια της, το πρόσωπο με τα μαύρα γυαλιά και το πλατύ γέλιο της, με κέρδισαν κι από τότε μ' έχουν εγκλωβίσει στη θέση ενός θεατή υποψιασμένου, που δεν βγάζει από το μυαλό του τον ήλιο της θηλυκότητας που αποπνέει αυτό το πλάσμα. Δηλαδή, μήπως θα έπρεπε να της τα πω όπως τα γράφω τώρα; Μπα, δε νομίζω ότι υπάρχει περίπτωση ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο, όπως επίσης ποτέ δεν θα πάψω να την θαυμάζω...



[1] François Mauriac, Thérèse Desqueyroux. Paris: LGF - Livre de Poche, 1989, p. 173. François Mauriac, Τερέζα, μτφρ. Δημήτρης Ζορμπαλάς. Αθήνα: Άγκυρα, σειρά τσέπης, 1978, σ. 119. François Mauriac, Τερέζα Ντεκερού, μτφρ. Λίτσα Φωκίδου. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σειρά «Άγνωστα νόμπελ λογοτεχνίας», 1984, σ. 172. Το μυθιστόρημα αυτό του Μοριάκ ανέβηκε και στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία του Ζορζ Φρανζί, με τον ίδιο τίτλο «Τερέζ Ντεκερού». Σενάριο: Ζορζ Φρανζί, Κλοντ Μοριάκ, Φρανσουά Μοριάκ, Φωτογραφία: Ρομπέρ Βινιόν, Σκηνικά: Μαρσέλ Μπαλάν, Μουσική: Μορίς Ζαρ Μοντάζ: Ζιλμπέρ Νατό, Παραγωγός: Εζέν Λεπισιέ, Παραγωγή: Filmel (Α/Μ, 109’, Γαλλία 1962). Με τους: Εμανουέλ Ριβά (Τερέζ Ντεκερού), Φιλίπ Νουαρέ (Μπερνάρ Ντεκερού), Εντίθ Σκομπ (Αν ντε λα Τραβ), Σάμι Φρέι (Ζαν Αζεβεντό).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου