Η αλήθεια είναι ότι καθημερινά σχεδόν αποζητώ μιαν αλλαγή και μιαν απόλαυση και η καθεμιά να είναι πιο δυνατή από την προηγούμενη.
Μη νομίσετε ότι μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο - ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα!
Ωστόσο αυτό είναι η ζωή γιατί αλλιώς είναι ένα σιωπηλό μαρτύριο.
Και στο κάτω της γραφής τι νόημα θα είχε να διαβάζει κανείς τις ξεθωριασμένες εντυπώσεις ενός ανθρώπου που νιώθει ότι μπορεί ν' ανήκει και στους απόκληρους;
Είναι και οι πόνοι στα γόνατα που με κάνουν να λυγίζω μερικές φορές.
Βλέπω εκείνον τον ψιλόλιγνο γέροντα απέναντί μου, που κάθε τόσο βγαίνει στο μπαλκόνι του και κάθεται σε μια καρέκλα, σχηματίζοντας ορθή γωνία, βάζοντας τα δυο του χέρια στα γόνατα και μένει σιωπηλός.
Αναρωτιέμαι τι να θέλει να κάνει!
Περισυλλογή ή προσπαθεί να κρατήσει το κορμί του ίσιο;
Όταν στέκει ορθός, το κορμί του σχηματίζει μια καμπύλη κι έχω την εντύπωση ότι δεν μπορεί να το ισιώσει...
Άλλες φορές περπατάει πέρα-δώθε στο μπαλκόνι με κάποιο ρυθμό, πάντα όμως γυμνός από τη μέση και πάνω.
Είναι λιγνός κι από εδώ που είμαι, ξεχωρίζω τα κόκαλα στα πλευρά του.
Τον έχω δει να βάζει ένα κάτι σαν ράντζο και να ξαπλώνει κάτω από τον ήλιο και σκέφτομαι ότι κάνει ηλιοθεραπεία.
Η σχεδόν γριά που έχει την ίδια κοψιά με αυτόν και μάλλον θα είναι αδερφή του, γιατί δεν την βλέπω για γυναίκα του, κοιμάται και στο μπαλκόνι κάποιες νύχτες κι όταν ξυπνάει το πρωί κάθεται καμιά ώρα εκεί στο στρώμα και παιδεύεται με μια πολυθρόνα που την πιλατεύει από δω κι από κει, σα να προσπαθεί να την μπαλώσει, να την δέσει...
Πάντως κάτι θέλει να κάνει με την πολυθρόνα.
Νάτην και τώρα που όμως σηκώθηκε και ποτίζει κάτι αναιμικές γλάστρες που κείτονται σκορπισμένες στο μπαλκόνι κι αυτή δεν φαίνεται να ενοχλείται που δεν είναι σε μια στοιχειώδη σειρά τακτοποιημένες.
Εγώ τους λέω γέρους και τους δυο, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν είναι πράγματι γέροι!
Μέρες τώρα κοιτάζω και ξανακοιτάζω και ανοίγω τα μάτια διάπλατα, μετά τα μισκοκλείνω, μπας και ξεχωρίσω κάποια χαρακτηριστικά ώστε να προσδιορίσω και την ηλικία τους, αλλά ματαίως.
Θα είχα παραιτηθεί από αυτή την έγνοια εάν δεν είχα δει μια μέρα τον γέρο να κάνει ασκήσεις γυμναστικής όχι στο μπαλκόνι του αλλά στην ταράτσα της πολυκατοικίας, η οποία πολυκατοικία πρέπει να σας πω, δεν έχει άλλους ενοίκους.
Φαίνεται έρημη ολωσδιόλου και μονάχα αυτοί οι δυο που μπορεί και να μην είναι γέροντες κατοικούν εκεί.
Έλεγα προηγουμένως ότι κατέβαλα προσπάθεια να ξεχωρίσω τα πρόσωπά τους και για έναν επιπρόσθετο λόγο κι αυτός έχει σχέση με μια σκέψη που έκανα.
Πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη ότι μπορεί να χαπακώνονται και οι δυο, αφού καθημερινά μοιάζουν σαν μαστουρωμένοι.
[...]
Φλυαρώ πρωί-πρωί γιατί δεν θέλω το μυαλό μου να κολλήσει ξανά στην Σόνια που μ' έχει αγνοήσει τις τελευταίες μέρες, αλλά όπως βλέπω και στην προσωπική της σελίδα στο face book, βρίσκεται σε μια γενική χαλάρωση που δεν της επιτρέπει ν' ασχολείται με τους άλλους.
Δεν θέλω ακόμη να ψάξω τους λόγους γιατί είναι βέβαιο ότι κάποιοι άνθρωποι που σκέφτονται διαρκώς αυτό που τους βασανίζει, στο τέλος ή βρίσκουν τη λύση ή την διαολοστέλνουν και προχωράνε.
Ήρθε η ώρα όμως να σας πω ότι η Σόνια έχει ένα μεγάλο βάσανο που την απασχολεί κι ακόμη δεν το έχει ξεπεράσει, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις μου να συνεχίσει τη ζωή της.
Ο άντρας της σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν.
Ήταν στη νατοϊκή δύναμη που πήγε εκεί άρον-άρον για να βοηθήσουν στην ανασυγκρότηση της χώρας εκείνης που δεν έχει καμιάν απολύτως σχέση μ' εμάς και μια νύχτα που έκανε περίπολο δέχτηκαν επίθεση από Ταλιμπάν και σκοτώθηκαν και οι τρεις της περιπόλου.
Κλαυθμός και οδυρμός στην οικογένεια του παιδιού, βουβό κλάμα η Σόνια που παρέμενε σιωπηλή για πολλούς μήνες μέχρι να συνειδητοποιήσει αυτό το τραγικό που της είχε συμβεί.
Αυτά μου τα είχε διηγηθεί η Σόνια ένα βραδάκι που είχα πάει απρόσκλητος στο σπίτι της, στο Παλιό Ψυχικό.
Όταν έφτασα στο σπίτι της η ώρα ήταν γύρω στις εφτά το βραδάκι κι έφυγα από εκεί κατά τις δυο τα μεσάνυχτα.
Κι έφυγα γιατί περισσότερο η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή και είχα αρχίσει να ζαλίζομαι με αυτό το απροσδόκητο συμβάν στη ζωή της.
Η Σόνια αντιμετώπισε το συμβάν εκείνο με ατέλειωτους περιπάτους, στην αρχή μονάχη ωσότου ήρθε μια μέρα στην πόρτα του σπιτιού της ένας ωραίος σκύλος που μάλλον ήταν εγκαταλειμμένος.
Έμεινε εκεί δυο μέρες και μια Κυριακή που έβρεχε καταρρακτωδώς κι ο σκύλος ήταν μαζεμένος κοντά στην πόρτα, η Σόνια αποφάσισε να τον υιοθετήσει.
Κάπως έπρεπε να τον φωνάζει κι επειδή δεν ήξερε από σκυλιά και τέτοια, της ήρθε μια φαεινή ιδέα που την υλοποίησε στο άψε-σβήσε.
"Κυριακή σε απόκτησα, και Κυριάκο θα σε λέω..."!
Έτσι ο Κυριάκος έγινε ο μόνιμος σύντροφος στους περιπάτους της.
Κάποια στιγμή άρχισε να δουλεύει και στο Ίδρυμα, κοντά στον παιδικό φίλο της...
Το μόνο που φαινόταν να την ενοχλεί ήταν σαν άνοιγε την τηλεόραση κι έπεφτε στις ειδήσεις που αναφέρονταν στην κατάσταση στις ξένες εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη.
Παρακινιόταν, χωρίς να το θέλει, ν' ανασύρει από τις προσχώσεις της ψυχής της κάποια αισθήματα, κάποιους φόβους και αγωνίες.
Αυτό δεν κρατούσε για πολύ γιατί είχε αρχίσει να εξασκείται στην αντίσταση!
Είναι αλήθεια ότι μαζεύονταν όλες εκείνες οι απαισιόδοξες σκέψεις που έμεναν καταχωμένες κι έψαχναν να βρουν μιαν αφορμή.
Για να είμαι ειλικρινής, της το είπα ξώφαλτσα ότι δηλαδή δεν πρέπει να μείνει αιχμάλωτη στο παρελθόν και ότι οφείλει να ξεκαθαρίσει μέσα της την έννοια της ζωής που ζει, να σταθμίσει το ειδικό βάρος των αναμνήσεων και φυσικά να συνειδητοποιήσει το χρέος που έχει απέναντι στον εαυτό της.
Εδώ που τα λέμε κι εγώ δεν είμαι κανένας ψυχολόγος ή ψυχίατρος ή τέλος πάντων τόσο πολύπειρος ώστε να δίνω συμβουλές για τέτοιες ακραίες περιπτώσεις ανθρωπίνων σχέσεων.
Νιώθω ότι μια πίστη μας χρειάζεται κι αν δεν την έχουμε οφείλουμε να κάνουμε μια προσπάθεια για να την αποκτήσουμε.
[...]
Θυμάμαι την μάνα μου που είχε μια βαθιά πίστη στον Θεό και είναι βέβαιο ότι αυτό της είχε εξασφαλίσει σε όλα τα χρόνια της ζωής της μιαν εσωτερική ηρεμία, μέχρι τα γεράματα και την αιφνίδια αναχώρησή της.
Κι εδώ πρέπει να σας πω ότι στα δυο τελευταία χρόνια της ζωής της η μάνα μου ταλαιπωρήθηκε από αρρώστιες και νοσοκομεία, πότε με την καρδιά, πότε με την πίεση, πότε με τους ρευματισμούς, και διάφορα άλλα που πάνε και πιάνουν τις μεγάλες ηλικίες.
Ωστόσο ποτέ δεν βαρυγκώμησε, αλλά συνήθιζε να λέει ότι έζησε μια ευτυχισμένη ζωή κοντά στον πατέρα μου, απόκτησε παιδιά και τα ανάθρεψε καλά, έζησε να δει τα εγγόνια της, οπότε δεν είχε κανένα παράπονο και ήταν έτοιμη να φύγει ήρεμη.
Και πράγματι έτσι έγινε.
Μια μέρα που δεν ένιωθε καλά, τηλεφώνησε στην ανιψιά της που ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού για να της προσφέρει τις πρώτες βοήθειες.
Όμως η μάνα μου μάλλον είχε διαισθανθεί ότι πλησίαζε στην άλλη όχθη και εκεί που περίμεναν το αυτοκίνητο για να την μεταφέρει στο νοσοκομείο της πόλης, είπε ότι θα κάνει ένα μπάνιο γιατί δεν άντεχε να μην είναι καθαρή.
Πράγματι έκανε μονάχη το μπάνιο της, κι ακόμα απορώ πώς; τα κατάφερε, πήρε την τσάντα που είχε πάντα έτοιμη με τα ρουχαλάκια της και μπήκε στο ταξί που στο μεταξύ είχε φτάσει.
Στα μισά της διαδρομής, η μανούλα μου άφησε την τελευταία της πνοή.
Θυμήθηκα τη μάνα μου εδώ στην ιστορία της Σόνιας γιατί ακριβώς θέλω να υπογραμμίσω τη δύναμη της πίστης και να παραθέσω από το Τετράδιό της που βρήκα στη ντουλάπα της το παρακάτω, που είναι χαρακτηριστικό της δικής της πίστης:
Ο μεγάλος μουσικός Ρουμπινστάιν έλεγε: Αν παραλείψω μια μέρα να παίξω, αμέσως το καταλαβαίνω. Αν παραλείψω δυο μέρες, οι φίλοι μου το καταλαβαίνουν. Αν τρεις μέρες δεν ασκηθώ, όλο το κοινό το καταλαβαίνει... Έτσι, λοιπόν, πρέπει να ασκούμεθα κάθε μέρα στην πίστη, στην προσευχή, στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού. Μόλις σταματήσουμε την εξάσκηση, το αντιλαμβανόμεθα, πρώτα εμείς οι ίδιοι, έπειτα οι πλησιέστεροί μας και τέλος ο κόσμος...
[...]
Αν έλεγα στη Σόνια αυτές τις λεπτομέρειες με την μάνα μου, είμαι βέβαιος ότι θα με κορόιδευε.
Έτσι έμεινα μονάχα σε γενικές συμβουλές ότι δηλαδή, πρέπει να έχουμε στόχους, να πιστεύουμε σ' αυτούς...
Τέτοια πράγματα που και τώρα αισθάνομαι ότι είναι κομμάτι δύσκολο να είναι κάποιος τόσο ασκημένος ώστε να μην κάνει καμιά στραβοτιμονιά...
Μη νομίσετε ότι μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο - ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα!
Ωστόσο αυτό είναι η ζωή γιατί αλλιώς είναι ένα σιωπηλό μαρτύριο.
Και στο κάτω της γραφής τι νόημα θα είχε να διαβάζει κανείς τις ξεθωριασμένες εντυπώσεις ενός ανθρώπου που νιώθει ότι μπορεί ν' ανήκει και στους απόκληρους;
Είναι και οι πόνοι στα γόνατα που με κάνουν να λυγίζω μερικές φορές.
Βλέπω εκείνον τον ψιλόλιγνο γέροντα απέναντί μου, που κάθε τόσο βγαίνει στο μπαλκόνι του και κάθεται σε μια καρέκλα, σχηματίζοντας ορθή γωνία, βάζοντας τα δυο του χέρια στα γόνατα και μένει σιωπηλός.
Αναρωτιέμαι τι να θέλει να κάνει!
Περισυλλογή ή προσπαθεί να κρατήσει το κορμί του ίσιο;
Όταν στέκει ορθός, το κορμί του σχηματίζει μια καμπύλη κι έχω την εντύπωση ότι δεν μπορεί να το ισιώσει...
Άλλες φορές περπατάει πέρα-δώθε στο μπαλκόνι με κάποιο ρυθμό, πάντα όμως γυμνός από τη μέση και πάνω.
Είναι λιγνός κι από εδώ που είμαι, ξεχωρίζω τα κόκαλα στα πλευρά του.
Τον έχω δει να βάζει ένα κάτι σαν ράντζο και να ξαπλώνει κάτω από τον ήλιο και σκέφτομαι ότι κάνει ηλιοθεραπεία.
Η σχεδόν γριά που έχει την ίδια κοψιά με αυτόν και μάλλον θα είναι αδερφή του, γιατί δεν την βλέπω για γυναίκα του, κοιμάται και στο μπαλκόνι κάποιες νύχτες κι όταν ξυπνάει το πρωί κάθεται καμιά ώρα εκεί στο στρώμα και παιδεύεται με μια πολυθρόνα που την πιλατεύει από δω κι από κει, σα να προσπαθεί να την μπαλώσει, να την δέσει...
Πάντως κάτι θέλει να κάνει με την πολυθρόνα.
Νάτην και τώρα που όμως σηκώθηκε και ποτίζει κάτι αναιμικές γλάστρες που κείτονται σκορπισμένες στο μπαλκόνι κι αυτή δεν φαίνεται να ενοχλείται που δεν είναι σε μια στοιχειώδη σειρά τακτοποιημένες.
Εγώ τους λέω γέρους και τους δυο, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν είναι πράγματι γέροι!
Μέρες τώρα κοιτάζω και ξανακοιτάζω και ανοίγω τα μάτια διάπλατα, μετά τα μισκοκλείνω, μπας και ξεχωρίσω κάποια χαρακτηριστικά ώστε να προσδιορίσω και την ηλικία τους, αλλά ματαίως.
Θα είχα παραιτηθεί από αυτή την έγνοια εάν δεν είχα δει μια μέρα τον γέρο να κάνει ασκήσεις γυμναστικής όχι στο μπαλκόνι του αλλά στην ταράτσα της πολυκατοικίας, η οποία πολυκατοικία πρέπει να σας πω, δεν έχει άλλους ενοίκους.
Φαίνεται έρημη ολωσδιόλου και μονάχα αυτοί οι δυο που μπορεί και να μην είναι γέροντες κατοικούν εκεί.
Έλεγα προηγουμένως ότι κατέβαλα προσπάθεια να ξεχωρίσω τα πρόσωπά τους και για έναν επιπρόσθετο λόγο κι αυτός έχει σχέση με μια σκέψη που έκανα.
Πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη ότι μπορεί να χαπακώνονται και οι δυο, αφού καθημερινά μοιάζουν σαν μαστουρωμένοι.
[...]
Φλυαρώ πρωί-πρωί γιατί δεν θέλω το μυαλό μου να κολλήσει ξανά στην Σόνια που μ' έχει αγνοήσει τις τελευταίες μέρες, αλλά όπως βλέπω και στην προσωπική της σελίδα στο face book, βρίσκεται σε μια γενική χαλάρωση που δεν της επιτρέπει ν' ασχολείται με τους άλλους.
Δεν θέλω ακόμη να ψάξω τους λόγους γιατί είναι βέβαιο ότι κάποιοι άνθρωποι που σκέφτονται διαρκώς αυτό που τους βασανίζει, στο τέλος ή βρίσκουν τη λύση ή την διαολοστέλνουν και προχωράνε.
Ήρθε η ώρα όμως να σας πω ότι η Σόνια έχει ένα μεγάλο βάσανο που την απασχολεί κι ακόμη δεν το έχει ξεπεράσει, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις μου να συνεχίσει τη ζωή της.
Ο άντρας της σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν.
Ήταν στη νατοϊκή δύναμη που πήγε εκεί άρον-άρον για να βοηθήσουν στην ανασυγκρότηση της χώρας εκείνης που δεν έχει καμιάν απολύτως σχέση μ' εμάς και μια νύχτα που έκανε περίπολο δέχτηκαν επίθεση από Ταλιμπάν και σκοτώθηκαν και οι τρεις της περιπόλου.
Κλαυθμός και οδυρμός στην οικογένεια του παιδιού, βουβό κλάμα η Σόνια που παρέμενε σιωπηλή για πολλούς μήνες μέχρι να συνειδητοποιήσει αυτό το τραγικό που της είχε συμβεί.
Αυτά μου τα είχε διηγηθεί η Σόνια ένα βραδάκι που είχα πάει απρόσκλητος στο σπίτι της, στο Παλιό Ψυχικό.
Όταν έφτασα στο σπίτι της η ώρα ήταν γύρω στις εφτά το βραδάκι κι έφυγα από εκεί κατά τις δυο τα μεσάνυχτα.
Κι έφυγα γιατί περισσότερο η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή και είχα αρχίσει να ζαλίζομαι με αυτό το απροσδόκητο συμβάν στη ζωή της.
Η Σόνια αντιμετώπισε το συμβάν εκείνο με ατέλειωτους περιπάτους, στην αρχή μονάχη ωσότου ήρθε μια μέρα στην πόρτα του σπιτιού της ένας ωραίος σκύλος που μάλλον ήταν εγκαταλειμμένος.
Έμεινε εκεί δυο μέρες και μια Κυριακή που έβρεχε καταρρακτωδώς κι ο σκύλος ήταν μαζεμένος κοντά στην πόρτα, η Σόνια αποφάσισε να τον υιοθετήσει.
Κάπως έπρεπε να τον φωνάζει κι επειδή δεν ήξερε από σκυλιά και τέτοια, της ήρθε μια φαεινή ιδέα που την υλοποίησε στο άψε-σβήσε.
"Κυριακή σε απόκτησα, και Κυριάκο θα σε λέω..."!
Έτσι ο Κυριάκος έγινε ο μόνιμος σύντροφος στους περιπάτους της.
Κάποια στιγμή άρχισε να δουλεύει και στο Ίδρυμα, κοντά στον παιδικό φίλο της...
Το μόνο που φαινόταν να την ενοχλεί ήταν σαν άνοιγε την τηλεόραση κι έπεφτε στις ειδήσεις που αναφέρονταν στην κατάσταση στις ξένες εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη.
Παρακινιόταν, χωρίς να το θέλει, ν' ανασύρει από τις προσχώσεις της ψυχής της κάποια αισθήματα, κάποιους φόβους και αγωνίες.
Αυτό δεν κρατούσε για πολύ γιατί είχε αρχίσει να εξασκείται στην αντίσταση!
Είναι αλήθεια ότι μαζεύονταν όλες εκείνες οι απαισιόδοξες σκέψεις που έμεναν καταχωμένες κι έψαχναν να βρουν μιαν αφορμή.
Για να είμαι ειλικρινής, της το είπα ξώφαλτσα ότι δηλαδή δεν πρέπει να μείνει αιχμάλωτη στο παρελθόν και ότι οφείλει να ξεκαθαρίσει μέσα της την έννοια της ζωής που ζει, να σταθμίσει το ειδικό βάρος των αναμνήσεων και φυσικά να συνειδητοποιήσει το χρέος που έχει απέναντι στον εαυτό της.
Εδώ που τα λέμε κι εγώ δεν είμαι κανένας ψυχολόγος ή ψυχίατρος ή τέλος πάντων τόσο πολύπειρος ώστε να δίνω συμβουλές για τέτοιες ακραίες περιπτώσεις ανθρωπίνων σχέσεων.
Νιώθω ότι μια πίστη μας χρειάζεται κι αν δεν την έχουμε οφείλουμε να κάνουμε μια προσπάθεια για να την αποκτήσουμε.
[...]
Θυμάμαι την μάνα μου που είχε μια βαθιά πίστη στον Θεό και είναι βέβαιο ότι αυτό της είχε εξασφαλίσει σε όλα τα χρόνια της ζωής της μιαν εσωτερική ηρεμία, μέχρι τα γεράματα και την αιφνίδια αναχώρησή της.
Κι εδώ πρέπει να σας πω ότι στα δυο τελευταία χρόνια της ζωής της η μάνα μου ταλαιπωρήθηκε από αρρώστιες και νοσοκομεία, πότε με την καρδιά, πότε με την πίεση, πότε με τους ρευματισμούς, και διάφορα άλλα που πάνε και πιάνουν τις μεγάλες ηλικίες.
Ωστόσο ποτέ δεν βαρυγκώμησε, αλλά συνήθιζε να λέει ότι έζησε μια ευτυχισμένη ζωή κοντά στον πατέρα μου, απόκτησε παιδιά και τα ανάθρεψε καλά, έζησε να δει τα εγγόνια της, οπότε δεν είχε κανένα παράπονο και ήταν έτοιμη να φύγει ήρεμη.
Και πράγματι έτσι έγινε.
Μια μέρα που δεν ένιωθε καλά, τηλεφώνησε στην ανιψιά της που ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού για να της προσφέρει τις πρώτες βοήθειες.
Όμως η μάνα μου μάλλον είχε διαισθανθεί ότι πλησίαζε στην άλλη όχθη και εκεί που περίμεναν το αυτοκίνητο για να την μεταφέρει στο νοσοκομείο της πόλης, είπε ότι θα κάνει ένα μπάνιο γιατί δεν άντεχε να μην είναι καθαρή.
Πράγματι έκανε μονάχη το μπάνιο της, κι ακόμα απορώ πώς; τα κατάφερε, πήρε την τσάντα που είχε πάντα έτοιμη με τα ρουχαλάκια της και μπήκε στο ταξί που στο μεταξύ είχε φτάσει.
Στα μισά της διαδρομής, η μανούλα μου άφησε την τελευταία της πνοή.
Θυμήθηκα τη μάνα μου εδώ στην ιστορία της Σόνιας γιατί ακριβώς θέλω να υπογραμμίσω τη δύναμη της πίστης και να παραθέσω από το Τετράδιό της που βρήκα στη ντουλάπα της το παρακάτω, που είναι χαρακτηριστικό της δικής της πίστης:
Ο μεγάλος μουσικός Ρουμπινστάιν έλεγε: Αν παραλείψω μια μέρα να παίξω, αμέσως το καταλαβαίνω. Αν παραλείψω δυο μέρες, οι φίλοι μου το καταλαβαίνουν. Αν τρεις μέρες δεν ασκηθώ, όλο το κοινό το καταλαβαίνει... Έτσι, λοιπόν, πρέπει να ασκούμεθα κάθε μέρα στην πίστη, στην προσευχή, στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού. Μόλις σταματήσουμε την εξάσκηση, το αντιλαμβανόμεθα, πρώτα εμείς οι ίδιοι, έπειτα οι πλησιέστεροί μας και τέλος ο κόσμος...
[...]
Αν έλεγα στη Σόνια αυτές τις λεπτομέρειες με την μάνα μου, είμαι βέβαιος ότι θα με κορόιδευε.
Έτσι έμεινα μονάχα σε γενικές συμβουλές ότι δηλαδή, πρέπει να έχουμε στόχους, να πιστεύουμε σ' αυτούς...
Τέτοια πράγματα που και τώρα αισθάνομαι ότι είναι κομμάτι δύσκολο να είναι κάποιος τόσο ασκημένος ώστε να μην κάνει καμιά στραβοτιμονιά...

