Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Η Σόνια παραμένει σιωπηλή!!!!

Η αλήθεια είναι ότι καθημερινά σχεδόν αποζητώ μιαν αλλαγή και μιαν απόλαυση και η καθεμιά να είναι πιο δυνατή από την προηγούμενη.
Μη νομίσετε ότι μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο - ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα!
Ωστόσο αυτό είναι η ζωή γιατί αλλιώς είναι ένα σιωπηλό μαρτύριο.
Και στο κάτω της γραφής τι νόημα θα είχε να διαβάζει κανείς τις ξεθωριασμένες εντυπώσεις ενός ανθρώπου που νιώθει ότι μπορεί ν' ανήκει και στους απόκληρους;
Είναι και οι πόνοι στα γόνατα που με κάνουν να λυγίζω μερικές φορές.
Βλέπω εκείνον τον ψιλόλιγνο γέροντα απέναντί μου, που κάθε τόσο βγαίνει στο μπαλκόνι του και κάθεται σε μια καρέκλα, σχηματίζοντας ορθή γωνία, βάζοντας τα δυο του χέρια στα γόνατα και μένει σιωπηλός.
Αναρωτιέμαι τι να θέλει να κάνει!
Περισυλλογή ή προσπαθεί να κρατήσει το κορμί του ίσιο;
Όταν στέκει ορθός, το κορμί του σχηματίζει μια καμπύλη κι έχω την εντύπωση ότι δεν μπορεί να το ισιώσει...
Άλλες φορές περπατάει πέρα-δώθε στο μπαλκόνι με κάποιο ρυθμό, πάντα όμως γυμνός από τη μέση και πάνω.
Είναι λιγνός κι από εδώ που είμαι, ξεχωρίζω τα κόκαλα στα πλευρά του.
Τον έχω δει να βάζει ένα κάτι σαν ράντζο και να ξαπλώνει κάτω από τον ήλιο και σκέφτομαι ότι κάνει ηλιοθεραπεία.
Η σχεδόν γριά που έχει την ίδια κοψιά με αυτόν και μάλλον θα είναι αδερφή του, γιατί δεν την βλέπω για γυναίκα του, κοιμάται και στο μπαλκόνι κάποιες νύχτες κι όταν ξυπνάει το πρωί κάθεται καμιά ώρα εκεί στο στρώμα και παιδεύεται με μια πολυθρόνα που την πιλατεύει από δω κι από κει, σα να προσπαθεί να την μπαλώσει, να την δέσει...
Πάντως κάτι θέλει να κάνει με την πολυθρόνα.
Νάτην και τώρα που όμως σηκώθηκε και ποτίζει κάτι αναιμικές γλάστρες που κείτονται σκορπισμένες στο μπαλκόνι κι αυτή δεν φαίνεται να ενοχλείται που δεν είναι σε μια στοιχειώδη σειρά τακτοποιημένες.
Εγώ τους λέω γέρους και τους δυο, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν είναι πράγματι γέροι!
Μέρες τώρα κοιτάζω και ξανακοιτάζω και ανοίγω τα μάτια διάπλατα, μετά τα μισκοκλείνω, μπας και ξεχωρίσω κάποια χαρακτηριστικά ώστε να προσδιορίσω και την ηλικία τους, αλλά ματαίως.
Θα είχα παραιτηθεί από αυτή την έγνοια εάν δεν είχα δει μια μέρα τον γέρο να κάνει ασκήσεις γυμναστικής όχι στο μπαλκόνι του αλλά στην ταράτσα της πολυκατοικίας, η οποία πολυκατοικία πρέπει να σας πω, δεν έχει άλλους ενοίκους.
Φαίνεται έρημη ολωσδιόλου και μονάχα αυτοί οι δυο που μπορεί και να μην είναι γέροντες κατοικούν εκεί.
Έλεγα προηγουμένως ότι κατέβαλα προσπάθεια να ξεχωρίσω τα πρόσωπά τους και για έναν επιπρόσθετο λόγο κι αυτός έχει σχέση με μια σκέψη που έκανα.
Πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη ότι μπορεί να χαπακώνονται και οι δυο, αφού καθημερινά μοιάζουν σαν μαστουρωμένοι.

[...]

Φλυαρώ πρωί-πρωί γιατί δεν θέλω το μυαλό μου να κολλήσει ξανά στην Σόνια που μ' έχει αγνοήσει τις τελευταίες μέρες, αλλά όπως βλέπω και στην προσωπική της σελίδα στο face book, βρίσκεται σε μια γενική χαλάρωση που δεν της επιτρέπει ν' ασχολείται με τους άλλους.
Δεν θέλω ακόμη να ψάξω τους λόγους γιατί είναι βέβαιο ότι κάποιοι άνθρωποι που σκέφτονται διαρκώς αυτό που τους βασανίζει, στο τέλος ή βρίσκουν τη λύση ή την διαολοστέλνουν και προχωράνε.
Ήρθε η ώρα όμως να σας πω ότι η Σόνια έχει ένα μεγάλο βάσανο που την απασχολεί κι ακόμη δεν το έχει ξεπεράσει, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις μου να συνεχίσει τη ζωή της.
Ο άντρας της σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν.
Ήταν στη νατοϊκή δύναμη που πήγε εκεί άρον-άρον για να βοηθήσουν στην ανασυγκρότηση της χώρας εκείνης που δεν έχει καμιάν απολύτως σχέση μ' εμάς και μια νύχτα που έκανε περίπολο δέχτηκαν επίθεση από Ταλιμπάν και σκοτώθηκαν και οι τρεις της περιπόλου.
Κλαυθμός και οδυρμός στην οικογένεια του παιδιού, βουβό κλάμα η Σόνια που παρέμενε σιωπηλή για πολλούς μήνες μέχρι να συνειδητοποιήσει αυτό το τραγικό που της είχε συμβεί.
Αυτά μου τα είχε διηγηθεί η Σόνια ένα βραδάκι που είχα πάει απρόσκλητος στο σπίτι της, στο Παλιό Ψυχικό.
Όταν έφτασα στο σπίτι της η ώρα ήταν γύρω στις εφτά το βραδάκι κι έφυγα από εκεί κατά τις δυο τα μεσάνυχτα.
Κι έφυγα γιατί περισσότερο η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή και είχα αρχίσει να ζαλίζομαι με αυτό το απροσδόκητο συμβάν στη ζωή της.
Η Σόνια αντιμετώπισε το συμβάν εκείνο με ατέλειωτους περιπάτους, στην αρχή μονάχη ωσότου ήρθε μια μέρα στην πόρτα του σπιτιού της ένας ωραίος σκύλος που μάλλον ήταν εγκαταλειμμένος.
Έμεινε εκεί δυο μέρες και μια Κυριακή που έβρεχε καταρρακτωδώς κι ο σκύλος ήταν μαζεμένος κοντά στην πόρτα, η Σόνια αποφάσισε να τον υιοθετήσει.
Κάπως έπρεπε να τον φωνάζει κι επειδή δεν ήξερε από σκυλιά και τέτοια, της ήρθε μια φαεινή ιδέα που την υλοποίησε στο άψε-σβήσε.
"Κυριακή σε απόκτησα, και Κυριάκο θα σε λέω..."!
Έτσι ο Κυριάκος έγινε ο μόνιμος σύντροφος στους περιπάτους της.
Κάποια στιγμή άρχισε να δουλεύει και στο Ίδρυμα, κοντά στον παιδικό φίλο της...
Το μόνο που φαινόταν να την ενοχλεί ήταν σαν άνοιγε την τηλεόραση κι έπεφτε στις ειδήσεις που αναφέρονταν στην κατάσταση στις ξένες εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη.
Παρακινιόταν, χωρίς να το θέλει, ν' ανασύρει από τις προσχώσεις της ψυχής της κάποια αισθήματα, κάποιους φόβους και αγωνίες.
Αυτό δεν κρατούσε για πολύ γιατί είχε αρχίσει να εξασκείται στην αντίσταση!
Είναι αλήθεια ότι μαζεύονταν όλες εκείνες οι απαισιόδοξες σκέψεις  που έμεναν καταχωμένες κι έψαχναν να βρουν μιαν αφορμή.
Για να είμαι ειλικρινής, της το είπα ξώφαλτσα ότι δηλαδή δεν πρέπει να μείνει αιχμάλωτη στο παρελθόν και ότι οφείλει να ξεκαθαρίσει μέσα της την έννοια της ζωής που ζει, να σταθμίσει το ειδικό βάρος των αναμνήσεων και φυσικά να συνειδητοποιήσει το χρέος που έχει απέναντι στον εαυτό της.
Εδώ που τα λέμε κι εγώ δεν είμαι κανένας ψυχολόγος ή ψυχίατρος ή τέλος πάντων τόσο πολύπειρος ώστε να δίνω συμβουλές για τέτοιες ακραίες περιπτώσεις ανθρωπίνων σχέσεων.
Νιώθω ότι μια πίστη μας χρειάζεται κι αν δεν την έχουμε οφείλουμε να κάνουμε μια προσπάθεια για να την αποκτήσουμε.

[...]

Θυμάμαι την μάνα μου που είχε μια βαθιά πίστη στον Θεό και είναι βέβαιο ότι αυτό της είχε εξασφαλίσει σε όλα τα χρόνια της ζωής της μιαν εσωτερική ηρεμία, μέχρι τα γεράματα και την αιφνίδια αναχώρησή της.
Κι εδώ πρέπει να σας πω ότι στα δυο τελευταία χρόνια της ζωής της η μάνα μου ταλαιπωρήθηκε από αρρώστιες και νοσοκομεία, πότε με την καρδιά, πότε με την πίεση, πότε με τους ρευματισμούς, και διάφορα άλλα που πάνε και πιάνουν τις μεγάλες ηλικίες.
Ωστόσο ποτέ δεν βαρυγκώμησε, αλλά συνήθιζε να λέει ότι έζησε μια ευτυχισμένη ζωή κοντά στον πατέρα μου, απόκτησε παιδιά και τα ανάθρεψε καλά, έζησε να δει τα εγγόνια της, οπότε δεν είχε κανένα παράπονο και ήταν έτοιμη να φύγει ήρεμη.
Και πράγματι έτσι έγινε.
Μια μέρα που δεν ένιωθε καλά, τηλεφώνησε στην ανιψιά της που ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού για να της προσφέρει τις πρώτες βοήθειες.
Όμως η μάνα μου μάλλον είχε διαισθανθεί ότι πλησίαζε στην άλλη όχθη και εκεί που περίμεναν το αυτοκίνητο για να την μεταφέρει στο νοσοκομείο της πόλης, είπε ότι θα κάνει ένα μπάνιο γιατί δεν άντεχε να μην είναι καθαρή.
Πράγματι έκανε μονάχη το μπάνιο της, κι ακόμα απορώ πώς; τα κατάφερε, πήρε την τσάντα που είχε πάντα έτοιμη με τα ρουχαλάκια της και μπήκε στο ταξί που στο μεταξύ είχε φτάσει.
Στα μισά της διαδρομής, η μανούλα μου άφησε την τελευταία της πνοή.
Θυμήθηκα τη μάνα μου εδώ στην ιστορία της Σόνιας γιατί ακριβώς θέλω να υπογραμμίσω τη δύναμη της πίστης και να παραθέσω από το Τετράδιό της που βρήκα στη ντουλάπα της το παρακάτω, που είναι χαρακτηριστικό της δικής της πίστης:
Ο μεγάλος μουσικός Ρουμπινστάιν έλεγε:  Αν παραλείψω μια μέρα να παίξω, αμέσως το καταλαβαίνω. Αν παραλείψω δυο μέρες, οι φίλοι μου το καταλαβαίνουν. Αν τρεις μέρες δεν ασκηθώ, όλο το κοινό το καταλαβαίνει... Έτσι, λοιπόν, πρέπει να ασκούμεθα  κάθε μέρα στην πίστη, στην προσευχή, στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού. Μόλις σταματήσουμε την εξάσκηση, το αντιλαμβανόμεθα, πρώτα εμείς οι ίδιοι, έπειτα οι πλησιέστεροί μας και τέλος ο κόσμος...

[...]

Αν έλεγα στη Σόνια αυτές τις λεπτομέρειες με την μάνα μου, είμαι βέβαιος ότι θα με κορόιδευε.
Έτσι έμεινα μονάχα σε γενικές συμβουλές ότι δηλαδή, πρέπει να έχουμε στόχους, να πιστεύουμε σ' αυτούς...
Τέτοια πράγματα που και τώρα αισθάνομαι ότι είναι κομμάτι δύσκολο να είναι κάποιος τόσο ασκημένος ώστε να μην κάνει καμιά στραβοτιμονιά...

Πέρασαν μέρες πολλές!!!


Οι μέρες που περνάμε κάθε άλλο παρά ήσυχες είναι.
Ή μάλλον κάτι… προοιωνίζονται.
Θα ήθελα να είναι ήσυχες, όπως ήσαν τότε που τριγυρνούσα στο Κλισί, αναζητώντας τα πατήματα του Μίλερ και τα «καφέ» όπου καθόταν, κι έψαχνα στα πρόσωπα των γυναικών, που συναντούσα, τις γερασμένες ερωμένες που πέρασαν κάποια νύχτα με τον Μίλερ και τους φίλους του.
Και τώρα κάτι κουβέντες, κάτι λεπτές αποχρώσεις με τη σύσπαση του προσώπου της, κάτι το γέλιο της, όλα μαζί, μου αλλάζουν τη διάθεση.
Η Σόνια έχει να δώσει σημεία ζωής κάποιες μέρες και δεν ξέρω τι γίνεται…
Ξαφνικά είδα το ολιγόλογο μήνυμά της…

-          Χτες και προχτές πέρασα μπόρα με τους αυλικούς στο ίδρυμα και νιώθω εξαντλημένη...
-          Θα μου επιτρέψεις να πω ότι από τη διαδικτυακή δραστηριότητά σου διαπίστωσα ότι σαν να μην έχεις όρεξη! Γράφεις 2-3 κουβεντούλες, βάζεις και καμιά φωτογραφία και τέλος... Όχι, δηλαδή ότι είναι και απαραίτητο, αλλά να έχω συνηθίσει σε μια επικοινωνία... που γίνεται μέσω του διαδικτύου.
-          Ναι, εξαντλήθηκα. Μου δημιούργησαν ένταση με κακοπροαίρετη διάθεση, κι εν τω μεταξύ ο Dumpo, στην καρακοσάρα του! Dumpo, θα είναι το χαϊδευτικό του περί ου ο λόγος κοινού μας φίλου. Να ξέρεις ότι ούτε και τα μηνύματα διαθέτουν εχεμύθεια... δυστυχώς. Πρέπει να είναι κάποιος επιφυλακτικός. Έχω κλείσει και φωτογραφικό υλικό. Δεν θέλω να γίνομαι βορά στα ασύδοτα ζώα, πάσης φύσεως και κακεντρέχειας...

Η Σόνια είχε πάρει φόρα, αλλά μιλούσε σαν αποκαμωμένη, κουρασμένη, απελπισμένη. Έπρεπε να κάνω κάτι, να της πω δυο λόγια αισιόδοξα, να κρατηθεί, για να σώσω τη σχέση μας.

- Φιλαράκο, ούτε θα πνιγούμε σε θέματα απελπισίας ούτε θα μας πνίξουν οι γενικώς απελπισμένοι άνθρωποι. Μπορεί να καραδοκούν οι παντοειδείς κάφροι αλλά εμείς έχουμε αντοχή. Και μην ασχολείσαι με τα παλιόπαιδα που κρύβονται στις γωνίες και πετροβολάνε...
Γελάω με το Dumpo!

Κι εκεί τελειώσαμε τη συνομιλία μας.
Την ένιωθα κάπως απόμακρη τις τελευταίες μέρες και φυσικά δεν σκεφτόμουν ότι μπορεί να έφταιγα εγώ.
Κάθε άλλο.
Αυτός ο περίγυρος, οι θλιβεροί άνθρωποι που ανά πάσα στιγμή σε περιμένουν να στραβοπατήσεις, να χάσεις το βήμα σου και να σου δώσουν μια κι αυτοί και να γκρεμοτσακιστείς.
Έτσι αποφάσισα να την επισκεφθώ χωρίς να της το πω.
Είχε νυχτώσει για τα καλά και είχε πέσει δροσιά γιατί η περιοχή είναι χωμένη μες στα δέντρα.
Ακούγονταν παντού σκυλιά να αλυχτάνε.
Υποτίθεται ότι αυτοί οι άνθρωποι εκεί στο Παλιό Ψυχικό ζουν μακριά από το αγριεμένο πλήθος κι όταν πέφτει το σκοτάδι ψυχή δεν κυκλοφορεί στους δρόμους.
Κλεισμένοι μες στα σπίτια τους ζουν τη δική τους ζωή.
Μερικοί ξένοι κυκλοφορούν μονάχα που είτε τέλειωσαν τη δουλειά τους είτε πάνε για ψώνια είτε έχουν βγάλει το σκυλί των αφεντικών για βόλτα και σωματική ανάγκη.

Το σπίτι της Σόνιας ήταν φωτισμένο, πάνω κάτω, και είχε κανείς την αίσθηση ότι εκεί ζούσαν πολλά άτομα.
Ανέβηκα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια και χτύπησα το κουδούνι δυο τρεις φορές. Αλλά η σκυλίτσα είχε αρχίσει να γαβγίζει..

-          Ποιος είναι; άκουσα δυνατή τη φωνή της Σόνιας, που περίμενε μια απάντηση για ν’ ανοίξει.
-          Ένας θαυμαστής σου! απάντησα και φυσικά με κατάλαβε από το χρώμα της φωνής μου
-          Εσύ είσαι; ξεφώνησε η Σόνια κι έμεινε αποσβολωμένη. Γιατί δεν μου το είπες ότι θα έρθεις;
-          Ήθελα να σου κάνω έκπληξη…

Μ’ έπιασε από το χέρι και με τράβηξε μέσα, κλείνοντας συγχρόνως την βαριά πόρτα.
Μ’ αγκάλιασε απαλά, με φίλησε στο μάγουλο και στη συνέχεια μου έδωσε ένα σκαστό φιλί στα χείλη, που δεν είχε πάθος αλλά μια γλυκύτητα.
Η Σόνια, παρά τα σαράντα χρόνια της, έδινε την εντύπωση μιας πολύ νεότερης γυναίκας και είχε μια νοστιμάδα που μάλλον σ’ αυτό βοηθούσαν τα ζωηρά γαλάζια μάτια της.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της δίνουν την εντύπωση ότι κάποιος τεχνίτης εργάστηκε πάνω σ’ αυτό.
Η ματιά της φαινόταν ακόμα και στις φωτογραφίες ότι είναι πολύ καθάρια, κι αυτό ίσως είναι ένα στοιχείο που την κάνει πιο παιχνιδιάρα, ειλικρινή και χαρούμενη.
Άρχισε να μου διηγείται πώς πέρασε τη μέρα της στο Ίδρυμα και γιατί είναι τόσο ενοχλημένη με τους ανθρώπους…

-          Μα τι βρομότοπος είναι αυτός! Έχει πνιγεί στα σκάνδαλα και οι άνθρωποι έχουν σαπίσει…
-          Μην κάνεις έτσι… Μια περιπέτεια είναι κι αυτή. Θα περάσει!
-          Και πότε θα περάσει;

Τι ν’ απαντήσω εγώ;;
Μήπως ξέρω;
Κι εγώ την ίδια αγωνία έχω, τα ίδια ερωτηματικά προβάλλω, τις ίδιες διαπιστώσεις κάνω κι έτσι είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος και βουρλιζόμαστε για τη συμπεριφορά των άλλων, για τις απατεωνιές των πολιτικών, για τις προδοσίες,  την υπονόμευση, τις φαγωμάρες, τις αντιζηλίες και τους υπόγειους πολέμους…
Κι έτσι, λοιπόν, δεν απάντησα, παρά με το ποτήρι στο χέρι, έμεινα να κοιτάζω την τηλεόραση  που όμως ήταν βουβή.
Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πούμε κάτι και το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στον Πορφύρη Πετρόβιτς που έλεγε κάποια στιγμή στον Ρασκόλνικοβ, πως όταν τύχει και συναντηθούν δυο έξυπνοι άνθρωποι, που εκτιμάει ο ένας τον άλλον, όπως εγώ και η Σόνια, αν λοιπόν συναντηθούν δυο τέτοιοι άνθρωποι, μπορεί να περάσει ολόκληρη μισή ώρα και να μην έχουν θέμα συνομιλίας και να κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον αμίλητοι και αμήχανοι!

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Μαύρη πέτρα έριξες;


Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα και δεν είχα είδηση από τη Σόνια.
Έτσι αναγκάστηκα να της στείλω ένα μήνυμα:

-          Μαύρη πέτρα έριξες; «Καλημέρα», «καληνύχτα»... Είναι τόσο ενοχλητική η [διαδικτυακή] συνάφεια [και μ' εμένα]; Δεν χρειάζεται ν' απαντήσεις. Είχα «πλάσει» μια διαφορετική Σόνια. Τέλος πάντων κι εγώ νευριάζω όταν μου ζητούν «εξηγήσεις»! Εγώ όμως δεν ζητώ εξηγήσεις. Απλώς εκφράζω μια απορία μου.. Άλλωστε σ' έχω ταυτίσει με την Άνοιξη!

Η απάντηση ήρθε πολύ σύντομα, αλλά μένω με την ίδια γεύση

-          Αγαπημένε μου Πορφύρη, νιώθω εξαντλημένη.

Μονάχα πέντε λέξεις!
Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ ανησυχώ ή αν πρέπει να την αφήσω μονάχη για να ξεπεράσει.
Όποια προσπάθεια κι αν κάνω θα είναι μάταιη και ατελέσφορη διότι η Σόνια είμαι βέβαιος ότι δεν είναι από τους ανθρώπους που… δεν ξέρουν τι θέλουν!
Ωστόσο, τούτη την περίοδο φαίνεται πιο στριμωγμένη από κάθε άλλη φορά…
Μοιραία ανατρέχω στην ηρωίδα του François Mauriac, την Thérèse Desqueyroux[1], η οποία φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με τις αγωνίες της Μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ και ούτε φαίνεται να διαπνέεται από ματαιότητες και φαντασιοπληξίες.
Η οικογενειακή κατάσταση που έχει καθηλώσει την Σόνια και την καίει ολημερίς, και οι φιλίες που την οδήγησαν σε αδιέξοδες συναισθηματικές στιγμές, την δείχνουν σαν μια πυρπολημένη ύπαρξη που κουβαλάει μέσα της μια πληγή αθεράπευτη.
Γράφοντάς μου ότι νιώθει «εξαντλημένη», ακόμα προσπαθώ να καταλάβω αν αυτό είναι ένα σήμα κινδύνου ή η αγωνία να ισορροπήσει τη ζωή της που φεύγει έτσι με τα χέρια αδειανά, σηκωμένα κατά τον ουρανό, σαν κλαδιά ξερά.
Οι τελευταίες μέρες ήσαν κατάφορτες με την απουσία της. 
Η επικοινωνία μας είχε κοπεί λες και κάποιος μπήκε στη μέση κι έκοψε το νήμα που μας συνέδεε. 
Είναι αλήθεια ότι πάντοτε η συνομιλία μας όταν επρόκειτο ν' αγγίξει το κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης μας, έπεφτε μια μπάρα και μετά σιωπή!
Είχα συνεχείς απορίες αν μπορεί μια σχέση να βασιστεί στη βάση συνεχών ερωτημάτων και αποριών...
Η Σόνια με κοίταζε σιωπηλή και μόνο τα μάτια της ένιωθα ότι μπορούσαν να με κρατήσουν κοντά της, όπως επίσης και το γέλιο της που ήταν πηγαίο, σαν το γάργαρο νερό.
Ήθελα να ζω στον κόσμο της, να νιώσω ότι είμαι ένα από τα ζωτικά της στοιχεία, ότι είμαι μια συντεταγμένη του δικού της πλανήτη.
Κι όμως, πολλές φορές την έβλεπα πάνω στη ράχη του αλόγου της να καλπάζει, λες και την βίτσιζε το μαστίγιο του χρόνου.
Αυτή έμπαινε με χάρη στο ρυθμό κυνηγητού φυγής, αδιαφορώντας για όλους - και για μένα.
Μόνο όταν γύριζε πίσω το κεφάλι για να δει, σήκωνε το χέρι σαν σε χαιρετισμό και συνέχιζε να καλπάζει, έχοντας πάντα κατά νου ότι θέλει να υπερβεί το εφήμερο και άρα μακριά από μας και την πεζή μας καθημερινότητα.
Τώρα που κάθομαι στο γραφείο, νιώθω μιαν απέραντη επιθυμία να την αγγίξω και να την κρατήσω στην αγκαλιά μου, για να την αναγκάσω να μου μιλήσει και να μου πει όσα επιμελώς κρύβει μέσα της.
Μην βάλετε στο μυαλό σας ότι θα πω για έρωτες και τέτοια. Όχι! Δεν ξέρω καλά-καλά αν είμαι ερωτευμένος μαζί της. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι εκείνο που με σέρνει κοντά της και στο μυαλό μου μονάχα οι δικές της εικόνες κυκλοφορούν, με το χαρούμενο και γελαστό πρόσωπο.
Σε άλλες εποχές θα μπορούσα να κάνω μιαν ερωτική εξομολόγηση στα γρήγορα και οποιαδήποτε στιγμή της μέρας. Είναι άλλωστε το πιο εύκολο, αφού ένα λεξικό είναι καρφωμένο στο κεφάλι μου και οι λέξεις διαδέχονται η μια την άλλη με ταχύτητα.
Αξίζει όμως να κάνω κάτι τέτοιο; Εννοώ, εάν είναι αρκετό αυτό για να με πλησιάσει περισσότερο η Σόνια και να πάψει να είναι απόμακρη! Δεν με απασχόλησε στην πραγματικότητα η αντίδρασή της. Από την ημέρα που γνωριστήκαμε είχα έναν ανυπόκριτο θαυμασμό για την ομορφιά της. Θέλω να πω για την ομορφιά που θαυμάζω εγώ!
Με ρώτησε μια μέρα: "Μα γιατί με θαυμάζεις;" αλλά εγώ δεν της απάντησα. Τι ν' απαντήσω; Μήπως κι εγώ ξέρω για ποιο λόγο;
Ωστόσο, η ιστορία μας άρχισε από την ημέρα που είδα εκείνη τη φωτογραφία της, που μ' έχει τρελάνει. Όσες φορές και να την δω εκείνη τη φωτογραφία, τρελαίνομαι. Νιώθω μιαν απέραντη αγάπη για τη ζωή, για τον ήλιο, τη φύση, τους ανθρώπους! Όλο το παρουσιαστικό της, η κίνησή της, τα χέρια της, το πρόσωπο με τα μαύρα γυαλιά και το πλατύ γέλιο της, με κέρδισαν κι από τότε μ' έχουν εγκλωβίσει στη θέση ενός θεατή υποψιασμένου, που δεν βγάζει από το μυαλό του τον ήλιο της θηλυκότητας που αποπνέει αυτό το πλάσμα. Δηλαδή, μήπως θα έπρεπε να της τα πω όπως τα γράφω τώρα; Μπα, δε νομίζω ότι υπάρχει περίπτωση ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο, όπως επίσης ποτέ δεν θα πάψω να την θαυμάζω...



[1] François Mauriac, Thérèse Desqueyroux. Paris: LGF - Livre de Poche, 1989, p. 173. François Mauriac, Τερέζα, μτφρ. Δημήτρης Ζορμπαλάς. Αθήνα: Άγκυρα, σειρά τσέπης, 1978, σ. 119. François Mauriac, Τερέζα Ντεκερού, μτφρ. Λίτσα Φωκίδου. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σειρά «Άγνωστα νόμπελ λογοτεχνίας», 1984, σ. 172. Το μυθιστόρημα αυτό του Μοριάκ ανέβηκε και στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία του Ζορζ Φρανζί, με τον ίδιο τίτλο «Τερέζ Ντεκερού». Σενάριο: Ζορζ Φρανζί, Κλοντ Μοριάκ, Φρανσουά Μοριάκ, Φωτογραφία: Ρομπέρ Βινιόν, Σκηνικά: Μαρσέλ Μπαλάν, Μουσική: Μορίς Ζαρ Μοντάζ: Ζιλμπέρ Νατό, Παραγωγός: Εζέν Λεπισιέ, Παραγωγή: Filmel (Α/Μ, 109’, Γαλλία 1962). Με τους: Εμανουέλ Ριβά (Τερέζ Ντεκερού), Φιλίπ Νουαρέ (Μπερνάρ Ντεκερού), Εντίθ Σκομπ (Αν ντε λα Τραβ), Σάμι Φρέι (Ζαν Αζεβεντό).